θαλασσινά

θαλασσινά
τα устрицы

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "θαλασσινά" в других словарях:

  • θαλασσινά — τα οστρακόδερμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλαρία — Θαλασσινά φύκια της οικογένειας των λαμιναριδών. Η λεγόμενη α. η εδώδιμη βρίσκεται στους βραχώδεις βυθούς και φέρει μακριές και πυκνές διακλαδώσεις. Το είδος αυτό φυκιών συλλέγεται κυρίως στις ακτές της Μάγχης και χρησιμοποιείται ως τροφή …   Dictionary of Greek

  • θαλασσινός — ή, ό (Μ θαλασσινός, ή, όν) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη θάλασσα ή που προέρχεται από αυτήν («θαλασσινός αγέρας») νεοελλ. 1. αυτός που γίνεται διά θαλάσσης («θαλασσινό ταξίδι») 2. το αρσ. ως ουσ. ο θαλασσινός ο ναυτικός 3. (το ουδ. πληθ. ως… …   Dictionary of Greek

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • Ισπανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Ισπανίας Έκταση: 504.782 τ. χλμ. Πληθυσμός: 40.037.995 (2001) Πρωτεύουσα: Μαδρίτη (2.882.860 κάτ. το 2000)Κράτος της νοτιοδυτικής Ευρώπης, στην Ιβηρική χερσόνησο. Συνορεύει στα ΒΑ με τη Γαλλία και την Ανδόρα, στα Δ… …   Dictionary of Greek

  • Ο’ Νιλ, Ευγένιος — (Eugene Gladstone O’Neill, Νέα Υόρκη 1888 – Βοστόνη 1953). Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας, βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας 1936. Πατέρας του ήταν ο γνωστός, ιρλανδικής καταγωγής Αμερικανός ηθοποιός Τζαίημς O’ Νιλ (περίφημος ιδίως για τις αναρίθμητες… …   Dictionary of Greek

  • Mikis Theodorakis — (Μίκης Θεοδωράκης) Mikis Theodorakis in 2004 Background information Born July 29, 1925 (1925 07 29) (age 86) …   Wikipedia

  • Пападиамандис, Александрос — Александрос Пападиамандис греч. Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης …   Википедия

  • Κέλτες — Λαός της κεντρικής Ευρώπης, ο οποίος, από τη 2η χιλιετία π.Χ., άρχισε να μεταναστεύει σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης. Οι Κ., έπειτα από αλλεπάλληλες μεταναστεύσεις, έφτασαν στην Ιβηρική χερσόνησο, στα Βρετανικά νησιά και στην Ιταλία (κατάληψη… …   Dictionary of Greek

  • Σέσκλο — I Νεολιθικός οικισμός, 15 χλμ. Δ του Βόλου, στον οποίο αναπτύχθηκε κατά την 5η χιλιετία ο πρώτος νεολιθικός πολιτισμός που έγινε γνωστός στην Ελλάδα και ένας από τους πρώτους στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Το όνομά του οφείλεται στο σύγχρονο μικρό… …   Dictionary of Greek

  • έμβρυος — (I) ον βλ. έμβρυο. (II) ἔμβρυος, ον (Α) σκεπασμένος με θαλασσινά βρύα …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»